- Λεπτομέρειες
- Σύνταξη – Μεταφράσεις
Ἔχει διατυπωθεῖ συχνὰ ἡ ἄποψη ὅτι οἱ Γερμανοὶ γίνονται φορεῖς συμφορᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους εὐρωπαϊκοὺς λαοὺς καὶ κατόπιν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους. Σήμερα διαπιστώνουμε πάλι, μέσα ἀπὸ τὴν στάση και δηλώσεις τοῦ καγγελαρίου Μὲρτς καθὼς καὶ μεγάλης μερίδας πολιτικῶν, ὅτι ἡ Γερμανία ἔχει μπεῖ στὴν ἴδια ὀλέθρια πορεία ποὺ στοίχησε δύο μεγάλους πολέμους στὴν Εὐρώπη τον 20ο αἰώνα.
Τὸ ἀκόλουθο ἄρθρο ρίχνει φῶς στὰ αἴτια τοῦ καταστροφικοῦ γερμανικοῦ ἡγεμονισμοῦ.
«Πάντα νὰ ὁμιλοῦμε μόνο γιὰ τὴν Εὐρώπη»
Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὸ παρὸν τῶν φιλοδοξιῶν τῆς Γερμανίας νὰ γίνῃ μεγάλη δύναμη
τοῦ Τόμας Ἄιπελνταουερ, 10 Ἀπριλίου 2013
Τὸ ἄρθρο δημοσιεύθη στὴν ἔκδοση 2, 2013 τοῦ περιοδικοῦ Hintergrund – Das Nachrichtenmagazin.
Σήμερα βιώνουμε μία «εὐρωπαϊκὴ Γερμανία σὲ μία γερμανικὴ Εὐρώπη», ἔγραψε ὁ Τίμοθυ Γκάρτον Ἂς σὲ ἄρθρο του στὸ περιοδικὸ Σπῆγκελ τὸν Φεβρουάριο 2012. Ἡ διατύπωση τοῦ Βρετανοῦ ἱστορικοῦ ἔχει κάποια σημασία: «εὐρωπαϊκὴ Γερμανία», ἐπειδὴ οἱ πιὸ ἰσχυροὶ κύκλοι τῆς βιομηχανίας, τῶν τραπεζῶν καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας ἀκολουθοῦν μία στρατηγικὴ ποὺ εἶναι σαφῶς προσανατολισμένη πρὸς τὴν εὐρωπαϊκὴ ὁλοκλήρωση στὸ πλαίσιο τῆς ΕΕ. Καὶ «γερμανικὴ Εὐρώπη», ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι κύκλοι καταφέρνουν ἐξαιρετικὰ καλὰ νὰ καθιστοῦν δεσμευτικούς τους στόχους τους γιὰ ὁλόκληρη τὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση.
Ἕνα συχνὰ προβαλλόμενο ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ἀναγκάζεται ἀπὸ τὴν ἀποκαλούμενη κρίση τοῦ δημόσιου χρέους νὰ «ἡγηθῇ» τῆς Εὐρώπης. Ὁ Βόλφγκανγκ Ἴσινγκερ, διοργανωτὴς τῆς Διάσκεψης τοῦ Μονάχου γιὰ τὴν Ἀσφάλεια, τὸ διατύπωσε ὡς ἑξῆς σὲ συνέντευξή του στὴν ἐφημερίδα Μπάγιερνκουριερ (31 Μαρτίου 2012):
«Στὴν πραγματικότητα θέλαμε νὰ ἀποσυρθοῦμε ἀπὸ τὴν ἡγεσία τῶν ἄλλων. Νιώθαμε πολὺ ἄνετα σὲ μία Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση, στὴν ὁποία οἱ μεγάλοι γίνονται λίγο μικρότεροι καὶ οἱ μικροὶ λίγο μεγαλύτεροι καὶ στὴν ὁποία ἔχει δημιουργηθεῖ μία ἁρμονία ποὺ λειτουργεῖ πλήρως. Ὅμως ἡ ἁρμονία ἔχει διαρραγεῖ λόγω τῆς χρηματοπιστωτικῆς κρίσης. Καὶ κάποιος πρέπει τώρα νὰ ὁδηγήσῃ ξανὰ σὲ σταθερὲς συνθῆκες καὶ φοβοῦμαι ὅτι μόνον ἐμεῖς μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε. Ὁπότε πρέπει νὰ τὸ κάνουμε τώρα. Καὶ ἡ γερμανικὴ πολιτικὴ τάξη θὰ πρέπει νὰ συνηθίσῃ τὴν νέα ἡγετικὴ εὐθύνη».
Τὸ Δουκάτο τῆς Πρωσσίας (Preußen AG)
Ἡ ἰδέα τῆς προώθησης «ἐθνικῶν» οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν στόχων ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προώθησης τῆς εὐημερίας σὲ ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη δὲν εἶναι καινούρια στὴν χώρα αὐτή. Τέλη καλοκαιριοῦ τοῦ 1914 – ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος εἶχε μόλις ξεκινήσει – στὸ ἔγγραφο μὲ τοὺς πολεμικοὺς στόχους τοῦ καγγελαρίου τοῦ Ράιχ Θέομπαλντ φὸν Μπέθμαν Χόλβεγκ, γνωστὸ ὡς «Πρόγραμμα Σεπτεμβρίου», γινόταν λόγος γιὰ τὴν «ἵδρυση μίας οἰκονομικῆς ἑνώσεως τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης μέσω κοινῶν τελωνειακῶν συμφωνιῶν, μὲ τὴν συμμετοχὴ τῆς Γαλλίας, τοῦ Βελγίου, τῆς Ὀλλανδίας, τῆς Δανίας, τῆς Αὐστροουγγαρίας, τῆς Πολωνίας καὶ ἐνδεχομένως τῆς Ἰταλίας, τῆς Σουηδίας καὶ τῆς Νορβηγίας». Μία τέτοια ἕνωση – «μὲ ἐξωτερικὴ ἰσότητα τῶν μελῶν της, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ὑπὸ γερμανικὴ ἡγεσία» – θὰ μποροῦσε νὰ συμβάλλῃ στὴν «σταθεροποίηση τῆς οἰκονομικῆς κυριαρχίας τῆς Γερμανίας στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη».
Πῶς τὸ φαντάζονταν αὐτὸ στὰ ἀνώτατα κλιμάκια τῆς αὐτοκρατορίας, μπορεῖ νὰ διαπιστωθῇ ἀπὸ μία σημείωση τοῦ Κοῦρτ Ρίτσλερ, στενοῦ συνεργάτη τοῦ Μπέθμαν Χόλβεγκ. Στὶς 18 Μαΐου 1915, ὁ Ρίτσλερ σημείωσε στὸ ἡμερολόγιό του πῶς φανταζόταν τὴν «εὐρωπαϊκὴ διακόσμηση τῆς βούλησής μας γιὰ ἐξουσία»:
«Ἡ Κεντρικὴ Εὐρωπαϊκὴ Αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους. Τὸ συνηθισμένο σύστημα ἀλληλοσυνδεόμενων ἑταιρειῶν, τὸ Γερμανικὸ Αὐτοκρατορικὸ Κράτος ὡς ἀνώνυμη ἑταιρεία μὲ πλειοψηφία μετοχῶν τῆς Πρωσσίας, κάθε προσθήκη νέων μετόχων θὰ κατέστρεφε αὐτὴ τὴν πλειοψηφία, στὴν ὁποία (…) βασίζεται τὸ Αὐτοκρατορικὸ Κράτος. Ὡς ἐκ τούτου, γύρω ἀπὸ τὸ Γερμανικὸ Αὐτοκρατορικὸ Κράτος θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ὁμοσπονδία κρατῶν, στὴν ὁποία τὸ Αὐτοκρατορικὸ Κράτος θὰ ἔχει τὴν πλειοψηφία, ὅπως ἡ Πρωσσία στὸ Αὐτοκρατορικὸ Κράτος – καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Πρωσσία θὰ ἔχει τὴν πραγματικὴ ἡγεσία καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ὁμοσπονδία κρατῶν». Ἔτσι, δὲν χρειάζεται κἂν «νὰ μιλᾶμε γιὰ σύνδεση μὲ τὴν κεντρικὴ ἐξουσία. Ἡ εὐρωπαϊκὴ ἰδέα, ἂν προχωρήσει περαιτέρω, ὁδηγεῖ ἀπὸ μόνη της σὲ ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα». Ἡ δημιουργία αὐτῆς τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης εἶναι «οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ τὸ ἱστορικὸ καθῆκον τοῦ κόσμου».
Ἀκόμη πιὸ ἔντονη στὴν λίστα ἐπιθυμιῶν τοῦ ἐγχώριου βιομηχανικοῦ καὶ τραπεζικοῦ κεφαλαίου, ἡ λαχτάρα γιὰ μία γερμανικὴ Εὐρώπη βρίσκεται καὶ στὰ προπαγανδιστικὰ φυλλάδια τῆς «Alldeutscher Verband» (Πανγερμανικὴ Ἕνωση). Τὸν Σεπτέμβριο 1914, ὁ πρόεδρος τῆς ἕνωσης, Χάινριχ Κλάς, φώναζε ὅτι ἔπρεπε ἐπιτέλους νὰ ἐγκαταλειφθοῦν ὅλες οἱ «ἀδύναμες ἀνθρωπιστικὲς ἐπιφυλάξεις». Δὲν πρέπει νὰ δείξουμε πλέον καμμία εὐαισθησία πρὸς τοὺς ἄλλους λαούς, τὸ τίμημα ποὺ πρέπει νὰ πληρώσουν οἱ ἐχθροὶ μετὰ τὴν ἐπιτυχὴ ὁλοκλήρωση τοῦ πολέμου πρέπει νὰ καθοριστῇ «ἀποκλειστικὰ μὲ βάση τὶς ἀνάγκες τοῦ δικοῦ μας λαοῦ» καὶ νὰ εἶναι ἀνάλογο μὲ τὶς «θυσίες αἵματος» ποὺ ἔχουν γίνει. Τὸ ὅτι ἡ Κεντρικὴ Εὐρώπη θὰ ἀποτελέσει μία μεγάλη, ἑνιαία οἰκονομικὴ ὀντότητα εἶναι μία σχεδὸν ἐπιτακτικὴ ἀπαίτηση ποὺ πλανᾶται στὴν ἀτμόσφαιρα.
Δυτικὴ ἀποστολὴ
Ὡστόσο, παρὰ τὶς πολλὲς «θυσίες αἵματος», τὰ φιλόδοξα σχέδια δὲν ὑλοποιήθηκαν. Μετὰ τὴν Συνθήκη τῶν Βερσαλλιῶν, μὲ τὴν ὁποία ἔληξε ὁ A′ Παγκόσμιος Πόλεμος τὸ 1919, ἔπρεπε νὰ γίνουν πιὸ μετριοπαθεῖς προτάσεις ἀπὸ ὅ,τι εἶχε προβλεφθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν μάχη τοῦ Βερντὲν (1916). Ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Γερμανία διαδραματίζει ἕναν ἰδιαίτερο ρόλο στὴν Εὐρώπη παρέμεινε – μὲ διαφορετικὲς δικαιολογίες καὶ διαφορετικὴ ἔκταση τῆς διεκδικούμενης περιοχῆς – στοὺς διανοούμενους καὶ τοὺς πολιτικοὺς τὴς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης.
Ἀκόμη καὶ στὴν περίοδο μεταξὺ τῶν δυὸ παγκοσμίων πολέμων, ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀποκτήσῃ ἡ «Κεντρικὴ Εὐρώπη» ἡγεμονικὴ θέση, ὥστε νὰ δύναται νὰ διαδραματίσῃ σημαντικὸ ρόλο σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, δὲν ἔπαψε νὰ ὑφίσταται. Δὲν ὑπῆρχε ἄλλος δρόμος ἀπὸ τὴν «στενότερη ἕνωση τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν», ἐπειδὴ οἱ «νικητές, οἱ ἡττημένοι καὶ οἱ οὐδέτεροι» τῆς Εὐρώπης «ἀποκλείονταν ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν παγκόσμια ἀγορά», ἐξήγησε ὁ πολιτικός του Κέντρου Γιοχάνες Μπὲλ στοὺς συναδέλφους του στὸ Ράιχσταγκ τὸν Μάιο τοῦ 1925. Αὐτὴ ἡ ἄποψη ἦταν κοινὴ σὲ ὅλα τὰ κόμματα. Ἡ εὐρωπαϊκὴ ἑνότητα πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ, ἐπειδὴ «οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι σὲ ὅλες τὶς χῶρες τῆς Εὐρώπης ἔχουν καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ παλαιὰ Εὐρώπη εἶναι πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ διεξάγῃ ἕναν νέο πόλεμο, ὅτι ἡ παλαιὰ Εὐρώπη εἶναι ἐπίσης πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ ἀνταγωνιστῃ τὶς τεράστιες οἰκονομικὲς ἑνώσεις ποὺ ἔχουν δημιουργηθεῖ στὸ ἔδαφος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς (…)», ὅπως ὑποστήριξε ὁ Γιόχαν Χάινριχ φὸν Μπέρνστορφ ἀπὸ τὸ Γερμανικὸ Δημοκρατικὸ Κόμμα τὴν ἴδια ἑβδομάδα συνεδριάσεων τοῦ Ράιχσταγκ.
Στενὰ συνυφασμένη μὲ τὶς συζητήσεις γιὰ τὴν δημιουργία μίας (Κεντρικῆς) Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ἦταν ἡ ἐπιθυμία τῶν γερμανικῶν ἐλὶτ νὰ ἀναθεωρήσουν τὴν μεταπολεμικὴ τάξη. Ὁ Γιοχάνες Μπὲλ ἦταν πεπεισμένος ὅτι «γιὰ νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Εὐρώπη τὴν ἀποστολή της ὡς Δυτικὴ δύναμη», ἔπρεπε νὰ «ἐξοριστῇ τὸ πνεῦμα τῶν Βερσαλλιῶν». Ἕξι χρόνια ἀργότερα, τὸν Φεβρουάριο 1931, ὁ Λούντβιχ Κάας, πρόεδρος τοῦ Κεντρώου Κόμματος, ἀκουγόταν ἀκόμα πιὸ σίγουρος γιὰ τὴν νίκη: Ὅσοι θεωροῦν τὸ «status quo» ἀμετάβλητο μποροῦν «νὰ θάψουν ἥσυχα τὶς ἐλπίδες τους γιὰ τὴν Εὐρώπη»: «Ποτὲ δὲν θὰ οἰκοδομήσουν μία νέα Εὐρώπη, ἂν δὲν θέλουν νὰ δώσουν στὸ οἰκονομικό, πολιτικὸ καὶ γεωγραφικὸ κέντρο τῆς Εὐρώπης τὶς δυνατότητες ἐπιβίωσης ποὺ εἶναι αὐτονόητες γιὰ τὴν ἀνάρρωση ὁλόκληρου τοῦ ὀργανισμοῦ». Δυὸ χρόνια ἀργότερα, ὁ Κάας καὶ τὸ κόμμα τοῦ ψήφισαν τὸν «νόμο ἐξουσιοδότησης» τοῦ Χίτλερ.
Οὔτε τὸ 1933 ἀποτέλεσε ἀπόλυτη καμπὴ ὅσον ἀφορᾶ τὰ σχέδια τῶν γερμανικῶν ἐλὶτ γιὰ τὴν Εὐρώπη. Μὲ αἷμα καὶ ξιφολόγχες ὑλοποιήθηκε πλέον αὐτὸ ποὺ οἱ δεξιοὶ διανοούμενοι εἶχαν σχεδιάσει μὲ μελάνι καὶ πένα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Δημοκρατίας τῆς Βαϊμάρης καὶ ποὺ οἱ κύριοι τοῦ στρατοῦ, τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν οἰκονομικῶν εἶχαν τόσο πολὺ ἐπιθυμήσει.
Πρέπει νὰ μιλᾶμε πάντα μόνο γιὰ τὴν Εὐρώπη, γιατί ἡ γερμανικὴ ἡγεσία προκύπτει ἀπὸ μόνη της ἀπὸ τὸ πολιτικό, οἰκονομικό, πολιτιστικό, τεχνικὸ βάρος τῆς Γερμανίας καὶ τὴν γεωγραφική της θέση.
Τώρα, κυρίως οἱ ἰδέες ποὺ εἶχαν διαμορφωθεῖ γιὰ τὴν περίοδο μετὰ τὴν νικηφόρα εἰρήνη συνδέονταν μὲ κεντρικὰ θέματα ἀπὸ τὶς ἐθνικοφιλελεύθερες καὶ δεξιὲς συντηρητικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν Εὐρώπη. Ὁ Βέρνερ Ντάιτς, πρόεδρος τοῦ «Φύρερρινγκ» τῆς «Ἑταιρείας γιὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸ Οἰκονομικὸ Σχεδιασμὸ καὶ τὴν Μεγάλη Οἰκονομικὴ Ζώνη», στὴν ὁποία ἐκπροσωποῦνταν σχεδὸν ὅλα τὰ ὑπουργεῖα τοῦ Ράιχ, ἔγραψε στὶς 31 Μαΐου 1940 σὲ ἕνα ὑπόμνημα «σχετικὰ μὲ τὴν ἵδρυση ἑνὸς Κομισαριάτου τοῦ Ράιχ γιὰ τὴν Μεγάλη Οἰκονομικὴ Ζώνη»: Μετὰ τὸν πόλεμο θὰ πρέπει νὰ δημιουργηθῇ μία «μεγάλη εὐρωπαϊκὴ οἰκονομία ὑπὸ γερμανικὴ ἡγεσία», διότι μόνο ἔτσι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ «ἀντισταθμιστοῦν ἐπιτυχῶς οἱ τεράστιοι οἰκονομικοὶ συνασπισμοὶ τῆς Βόρειας καὶ Νότιας Ἀμερικῆς, ὁ συνασπισμὸς τοῦ γιὲν καὶ ὁ συνασπισμὸς τῆς λίρας ποὺ ἴσως παραμείνει».
Καὶ προσθέτει: «Πρέπει νὰ μιλᾶμε πάντα μόνο γιὰ τὴν Εὐρώπη, γιατί ἡ γερμανικὴ ἡγεσία προκύπτει ἀπὸ μόνη της ἀπὸ τὸ πολιτικό, οἰκονομικό, πολιτιστικό, τεχνικὸ βάρος τῆς Γερμανίας καὶ τὴν γεωγραφική της θέση».
Ὁ οἰκονομολόγος Χὸρτ Γιὲχτ διατύπωσε παρόμοια ἐπιχειρήματα στὸ φυλλάδιο «Εὐρωπαϊκὴ Οἰκονομικὴ Κοινότητα»: Ἡ οἰκονομικὴ ἕνωση τῆς Εὐρώπης, ποὺ εἶχε ἤδη προαναγγελθεῖ ὡς ἀναπόφευκτη κοινότητα κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου, θὰ παρέμενε ἀπαραίτητη καὶ σὲ καιρὸ εἰρήνης, «ἐπειδὴ ἡ ἀνάπτυξη τῶν ὑπόλοιπων μεγάλων οἰκονομικῶν περιοχῶν (…) δὲν ἀφήνει στὴν Εὐρώπη καμμία ἄλλη ἐπιλογή». Ἡ δημιουργία μίας μεγάλης εὐρωπαϊκῆς οἰκονομικῆς ζώνης ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ τὸν «ἀγώνα κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ καὶ τοῦ ἀμερικανισμοῦ». Τὸ γεγονὸς ὅτι «στὴν ἀναδιάρθρωση αὐτὴ ἡ Γερμανία διαδραματίζει ἰδιαίτερο ρόλο» ὀφείλεται στὸ οἰκονομικὸ βάρος τοῦ Ράιχ. Ὁ ὑπουργὸς Οἰκονομίας τοῦ Ράιχ, Βάλτερ Φούνκ, συμφώνησε: «Ἔξω ἀπὸ τὴν Εὐρώπη» – στὴν ὁποία περιλαμβάνει καὶ τὶς «πρώην σοβιετικὲς περιοχές» – «ἔχουν ἤδη δημιουργηθεῖ ἢ βρίσκονται σὲ φάση δημιουργίας τεράστιες οἰκονομικὲς ζῶνες. Ἡ Εὐρώπη, πρὸς τὸ δικό της συμφέρον, δὲν πρέπει νὰ παραμείνει στὴν καθυστέρηση τῆς ρομαντικῆς της ἐποχῆς τῶν ταχυδρομικῶν ἁμαξῶν».
Ναζιστικὴ προπαγανδιστικὴ ἀφίσσα, περὶ τὸ 1941.
Δυὸ χρόνια ἀργότερα, ὡστόσο, ἀποδείχθηκε ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης δὲν ἤθελαν νὰ ἀδράξουν τὴν εὐκαιρία ποὺ τοὺς ἔδωσαν ὁ Μπενίτο Μουσολίνι καὶ ὁ Ἀδόλφος Χίτλερ νὰ γίνουν πραγματικὰ Εὐρωπαῖοι (Βάλτερ Φάνκ). Ὁ Φὰνκ βρέθηκε στὸ δικαστήριο τῆς Νυρεμβέργης, ἡ γενναία ἀντίσταση κατὰ τοῦ «ἀμερικανισμοῦ» ποὺ ἡγήθηκε ὁ Χὸρτ Γιέχτ – ὁ ὁποῖος σύντομα ἐπανῆλθε στὴ διδασκαλία στὸ Γκέτινγκεν – ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν θέση της σὲ μία ἀποφασιστικὴ στροφὴ πρὸς τὴν Δύση στὸ ἐπαναζιστικοποιημένο τμῆμα τῆς Γερμανίας. Ἂν καὶ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιβληθεῖ ἄμεσα ἡ κυριαρχία στὸν ἠπειρωτικὸ χῶρο, τουλάχιστον ὑπὴρχαν ἐλπίδες νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ὁμοσπονδιακὴ Δημοκρατία τῆς Γερμανίας ἕναν εἰδικὸ ρόλο, καθὼς τελικὰ βρισκόταν στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς μάχης κατὰ τοῦ μπολσεβικισμοῦ. Καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, μία στενὴ ἕνωση τῆς Εὐρώπης ἦταν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Γερμανίας, διότι θεωροῦσαν – ὅπως τὸ διατύπωσε ὁ πολιτικός τῆς Χριστιανικοινωνικῆς Ἕνωσις Βαυαρίας (CSU) Φρὰντς Γιόζεφ Στράους – ὅτι μόνο μέσω τῆς «εὐρωπαϊκοποίησης τοῦ γερμανικοῦ ζητήματος» θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἑνότητα τῆς πατρίδας.
Δὲν εἶναι μόνοι στὸν κόσμο
Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς γερμανικῆς ἐνοποίησης, ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1990 ξεκίνησε ἡ ἑπόμενη προσπάθεια νὰ γίνει ἡ Γερμανία ἡγεμονικὴ δύναμη στὴν Εὐρώπη. Βέβαια, οἱ γερμανικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὴν Εὐρώπη δὲν ἐξελίχθηκαν μὲ ἀδιάλειπτη συνέχεια ἀπὸ τὸν Μπέθμαν Χόλβεγκ καὶ τὸν Βέρνερ Ντάιτς μέχρι τὴν Ἄνγκελα Μέρκελ καὶ τὸν Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Παρὰ τὶς διαφορὲς στὶς στρατηγικὲς ποὺ μεταβάλλονται ἀνάλογα μὲ τὶς ἰσορροπίες δυνάμεων, ὑπάρχουν σταθερὲς ποὺ ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς – μέχρι σήμερα.
Ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια κίνητρα ἦταν καὶ εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι ἡ Γερμανία ἀπὸ μόνη της δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀνταγωνισθῇ τὶς ἄλλες «μεγάλες οἰκονομίες». Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ἡ Εὐρώπη χρησιμεύει ὡς ὄχημα γιὰ νὰ δύναται ἡ Γερμανία νὰ ἀνταγωνισθῇ τοὺς ἀντιπάλους της στὴν παγκόσμια ἀγορά, ποὺ σήμερα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ΗΠΑ, εἶναι κυρίως οἱ ἀναδυόμενες οἰκονομίες τῶν χωρῶν BRICS (Βραζιλία, Ρωσσία, Ἰνδία, Κίνα καὶ Νότια Ἀφρική).
Τὸ εὐρὼ δίνει στὴν Γερμανία τὸ οἰκονομικὸ βάρος γιὰ νὰ συμβάλλῃ στὴν διαμόρφωση τῶν διεθνῶν πολιτικῶν συνθηκῶν στὸ μέλλον.
Ἡ καγγελάριος Ἄνγκελα Μέρκελ τὸ ἔθεσε μὲ σαφήνεια κατὰ τὴν ὁμιλία της στὸ 25ο συνέδριο τῆς Χριστιανοδημοκρατικῆς Ἕνωσης (CDU), Ἁνόβερο, 3 Δεκεμβρίου 2012: «Ἡ Γερμανία δὲν εἶναι μόνη στὸν κόσμο. Ὑπάρχουν πάνω ἀπὸ 1,3 δισεκατομμύρια Κινέζοι, ὑπάρχουν 1,2 δισεκατομμύρια Ἰνδοί. Ὅλοι τους ἀγωνίζονται μαζὶ μὲ ἐμᾶς, τοὺς 80 ἑκατομμύρια Γερμανοὺς καὶ τοὺς 500 ἑκατομμύρια Εὐρωπαίους, γιὰ τὸ ποιὸς θὰ ἔχει ἐπιρροὴ στὸν κόσμο καὶ ποιὸς θὰ ζεῖ μὲ εὐημερία». Ὁ φόβος τοῦ ἀνταγωνισμοῦ στὴν ἤδη ταλαιπωρημένη παγκόσμια ἀγορὰ παίζει σημαντικὸ ρόλο στὴν ἀγάπη τοῦ γερμανικοῦ κεφαλαίου γιὰ τὴν Εὐρώπη. Ὁ Χάνς-Πέτερ Κάιτελ, ἐπικεφαλῆς τῆς ἰσχυρότερης ὀργάνωσης λόμπυ τῆς τοπικῆς βιομηχανίας, τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Ἕνωσης Βιομηχανιῶν (BDI), τὸ ἐκφράζει χωρὶς περιστροφές: «Τὸ εὐρὼ δίνει στὴν Γερμανία τὸ οἰκονομικὸ βάρος γιὰ νὰ συμβάλλῃ στὴν διαμόρφωση τῶν διεθνῶν πολιτικῶν συνθηκῶν στὸ μέλλον».
Ἐπίσης, ἔχει μακρὺ ἱστορικὸ ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὅτι ἡ Γερμανία διαδραματίζει ἕναν ἰδιαίτερο ρόλο στὴν Εὐρώπη, ὁ ὁποῖος τὴν προορίζει νὰ δείξῃ στοὺς ὑπόλοιπους λαοὺς ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ κατεύθυνση. Ἡ Γερμανία, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἄποψη, ἔχει κάνει τὰ «καθήκοντά της» μὲ τὴν Ἀτζέντα 2010 καὶ τὸ Hartz IV καὶ γι' αὐτὸ ἔχει τώρα τὴν ὑποχρέωση νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἀδιαφορία τῶν χρεοκοπημένων κρατῶν. Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2012, ἡ ἐφημερίδα Deutschen Mittelstandsnachrichten ρώτησε τὸν γενικὸ διευθυντὴ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Ἕνωσης Γερμανικῆς Βιομηχανίας ἂν ἡ Γερμανία πρέπει νὰ ἀναλάβει πιὸ ἰσχυρὸ ἡγετικὸ ρόλο. Ὁ Μάρκους Κέρμπερ ἀπάντησε: «Ναί, σὲ κάποιο βαθμὸ σίγουρα». Ὡστόσο, πρόσθεσε: «Στὸν ἀγγλόφωνο Τύπο ὑπάρχει καὶ ὁ ὅρος «ἀπρόθυμος ἡγεμόνας» (…). Θὰ πάω ἕνα βῆμα παραπέρα: λόγω τοῦ μεγέθους της, ἡ γερμανικὴ οἰκονομία εἶναι κάτι σὰν πόλος γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφονται ὁρισμένες ἐξελίξεις».
Ὡστόσο, οἱ ἐξελίξεις ποὺ προσανατολίζονται πρὸς αὐτὸν τὸν «πόλο» εἶναι καταστροφικὲς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν στὶς χῶρες ποὺ «ἀναπτύσσονται» μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Τὸ πρόγραμμα περικοπῶν ποὺ ἐπιβάλλει τὸ Βερολίνο — ἐν μέρει ἄμεσα, ἐν μέρει μέσω τῆς Τρόικας τῆς ΕΕ — στὰ κράτη τῆς περιφέρειας περιλαμβάνει τὴν μετακύλιση τοῦ κόστους τῆς κρίσης στοὺς πληθυσμούς, ἐκτεταμένες ἰδιωτικοποιήσεις καὶ ἀπορρυθμίσεις, τὴν κατάργηση τῶν ὑπολειμμάτων τῶν συστημάτων κοινωνικῆς ἀσφάλισης, καθὼς καὶ τὴ γενικευμένη μείωση τοῦ κόστους τῆς ἐργασίας. Τὸ «δημοσιονομικὸ σύμφωνο», οἱ ἐπιταγὲς λιτότητας ποὺ συνδέονται μὲ «βοήθειες» καὶ οἱ προγραμματισμένες ἀκόμη πιὸ ἐκτεταμένες παρεμβάσεις στὰ δικαιώματα κυριαρχίας τῶν κρατῶν ποὺ ἐπηρεάζονται ἔχουν ὡς στόχο νὰ διασφαλίσουν αὐτὸ τὸ καθεστώς.
Συνεργάτες καὶ φίλοι
Μὲ ἱστορικὸ ὑπόβαθρο τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια τῶν δυὸ παγκοσμίων πολέμων ἀναπτύχθηκαν στὴν Γερμανία σχέδια γιὰ τὴν (Κεντρική) Εὐρώπη, μὲ κεντρικὸ σημεῖο τὴν γερμανικὴ κυριαρχία, δὲν προκαλεῖ ἔκπληξη τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐπικρατεῖ παντοῦ χαρὰ γιὰ τὴν πρόσφατη προσπάθεια τοῦ Βερολίνου νὰ δώσει τὸν τόνο μεταξὺ Αἰγαίου καὶ Μάγχης. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν καμμία διαδήλωση στὴν Ἀθήνα ὅπου νὰ μὴν ὑπάρχουν πλακὰτ ποὺ δείχνουν τὴν Ἄνγκελα Μέρκελ μὲ στολὴ Χίτλερ, δὲν ὑπάρχει σχεδὸν καμμία ἐφημερίδα στὴν Ἑλλάδα ποὺ νὰ μὴν ἔχει συγκρίνει τὴν ἐπιβεβλημένη διαχείριση τῆς κρίσης μὲ τὴν ἐποχὴ τῆς ναζιστικῆς κηδεμονίας.
Ἔχει μακρὺ ἱστορικὸ ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὅτι ἡ Γερμανία διαδραματίζει ἕναν ἰδιαίτερο ρόλο στὴν Εὐρώπη, ὁ ὁποῖος τὴν προορίζει νὰ δείξῃ στοὺς ὑπόλοιπους λαοὺς ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ κατεύθυνση.
Καὶ στὴν χώρα μας γνωρίζουμε τὴν εὐαισθησία τοῦ θέματος, γι' αὐτὸ καὶ προσπαθοῦμε νὰ δείξουμε ὅτι αὐτὴ τὴν φορὰ δὲν θὰ ἔρθουμε γιὰ νὰ ληστέψουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ βοηθήσουμε.
Βόλφγκανγκ Ἴσινγκερ: Η ΟΔΓ πρέπει νὰ γίνει μία «καλοπροαίρετη ἡγεμονικὴ δύναμη», ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῶν ΗΠΑ. «Σκεφθεῖτε τὸ Σχέδιο Μάρσαλ ἢ τὴν ἀμερικανικὴ στρατιωτικὴ παρουσία στὴν Εὐρώπη, ὅπου οἱ στρατοὶ κατοχῆς ἔγιναν σύμμαχοι καὶ φίλοι. Οἱ ΗΠΑ ἦταν (…) πρόθυμες νὰ προστατεύουν τὴν Εὐρώπη γιὰ δεκαετίες, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ». Αὐτὴ ἡ σύλληψη, ποὺ θυμίζει ἔντονα τὸν δημοφιλὴ στὴν Δημοκρατία τῆς Βαϊμάρης τόπο τῆς Γερμανίας ὡς «primus inter pares» στὴν Εὐρώπη, εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ πιὸ διαδεδομένη ἐκδοχὴ τῆς «εὐρωπαϊκῆς διακόσμησης τῆς θέλησής μας γιὰ ἐξουσία».
Ωστόσο, ἡ γερμανικὴ φροντίδα δὲν φαίνεται νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς τέτοια ἀλλοῦ: τὸ Ἰνστιτοῦτο Χάρις διαπίστωσε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2012 ὅτι τὸ 85% τῶν Ἰταλῶν ποὺ συμμετεῖχαν στὴν ἔρευνα θεωροῦν ὅτι ἡ ἐπιρροὴ τῆς Γερμανίας στὴν Εὐρώπη εἶναι «ὑπερβολικὰ ἰσχυρή». Νωρίτερα, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2012, μία μελέτη τοῦ ἰνστιτούτου δημοσκοπήσεων VPRC μὲ ἕδρα τὴν Ἀθήνα εἶχε δείξει ὅτι τὸ 81% τῶν Ἑλλήνων πιστεύει ὅτι ἡ Γερμανία προσπαθεῖ νὰ «κυριαρχήσῃ» στὴν Εὐρώπη «μέσω τῆς οἰκονομικῆς της δύναμης». Περισσότεροι ἀπὸ τὰ τρία τέταρτα χαρακτήρισαν τὴν στάση τοῦ Βερολίνου ἀπέναντι στὴν Ἑλλάδα ως «μᾶλλον ἐχθρική».